Η Τήνος του κρασιού: το νησί που γέμιζε καΐκια με μούστο
Από τα ιερά του Διονύσου και τις πεζούλες των Πετουλών, μέχρι τις φιάλες που ταξιδεύουν σήμερα σε όλο τον κόσμο — η ιστορία ενός αμπελώνα που έσβησε και ξαναγεννήθηκε πάνω στην ίδια πέτρα.
Αν σταθείς σήμερα στο ύψωμα πάνω από τον Κτικάδο και κοιτάξεις προς τον Χατζηράδο, θα δεις θυμάρι, φραγκοσυκιές και πέτρα. Χρειάζεται να ξέρεις τι ψάχνεις για να καταλάβεις ότι πατάς πάνω σε ένα από τα μεγαλύτερα αμπελοτόπια που γνώρισε ποτέ το νησί. Οι Πετούλες, όπως λέγεται ο τόπος, ήταν κάποτε μια θάλασσα από κλήματα — χαμηλά, γονατισμένα από τον βοριά, αλλά φορτωμένα καρπό.
Ανάμεσα στα χόρτα σώζονται ακόμα οι πέτρινοι ληνοί. Μισογκρεμισμένοι, σκεπασμένοι από αγκάθια, μοιάζουν με παράξενες γούρνες που κανείς δεν θυμάται σε τι χρησίμευαν. Εκεί μέσα, για αιώνες, πατούσαν τα σταφύλια της Τήνου.
Το νησί που λάτρευε τον Διόνυσο
Η σχέση της Τήνου με το αμπέλι δεν είναι σύγχρονη ιδέα μάρκετινγκ. Είναι το φυσικό αποτέλεσμα ενός τοπίου που ο ήλιος και ο άνεμος σκληραγώγησαν μέχρι που το έκαναν ακατάλληλο για σχεδόν τα πάντα — εκτός από το κλήμα.
Οι αρχαίοι συγγραφείς την αναφέρουν δίπλα στη Χίο και τη Νάξο για τα γλυκά, αρωματικά κρασιά της. Και δεν είναι τυχαίο ότι στο νησί ο Διόνυσος λατρευόταν με ιδιαίτερη ένταση: το ιερό του βρισκόταν κοντά στην πόλη, εκεί όπου σήμερα στέκει το αρχαιολογικό μουσείο. Νομίσματα των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων φέρουν σταφύλια και τη μορφή του θεού — το κρασί ήταν ταυτότητα, όχι πάρεργο.
Στα ρωμαϊκά και βυζαντινά χρόνια η αμπελοκαλλιέργεια δεν σταμάτησε ποτέ. Δεν είχε τον πολυτελή χαρακτήρα που του αποδίδουμε σήμερα: το κρασί ήταν ταυτόχρονα τροφή, φάρμακο και εμπόρευμα. Ένα ασκί κρασί μπορούσε να είναι το πιο ασφαλές πράγμα που έπινες μέσα στο καλοκαίρι.
Οι πεζούλες: μια χειροποίητη γη
Στα χρόνια της Βενετοκρατίας και αργότερα επί Τουρκοκρατίας το αμπέλι απλώθηκε σε ολόκληρο το νησί, από άκρη σε άκρη.
Αυτό όμως που εντυπωσιάζει δεν είναι η έκταση — είναι ο κόπος. Η Τήνος δεν έχει κάμπους. Έχει πλαγιές που το νερό τις ξεπλένει. Για να μείνει το χώμα στη θέση του, οι Τηνιακοί έχτισαν με ξερολιθιά, πέτρα την πέτρα, ένα ατέλειωτο σύστημα από πεζούλες. Χιλιάδες χιλιόμετρα τοίχων, χωρίς λάσπη, χωρίς τσιμέντο, μόνο με το μάτι και το χέρι του μάστορα. Είναι, κυριολεκτικά, μια γη φτιαγμένη στο χέρι.
Πάνω σε αυτές τις πεζούλες μπήκε το αμπέλι. Στις Πετούλες δεν φύτρωνε σιτάρι. Μόνο κλήμα.
Τα καΐκια του μούστου
Η παραγωγή ήταν τόσο μεγάλη που το νησί δεν προλάβαινε να την πιει. Ο μούστος φορτωνόταν σε βαρέλια και ασκιά και έφευγε με καΐκια για τη Σύρο, τη Μύκονο, ακόμα και για την Αττική — ιδίως σε χρονιές που άλλες περιοχές είχαν χάσει τη σοδειά τους ή που κάποια αρρώστια είχε ρημάξει τα δικά τους αμπέλια.
Η Τήνος δεν ήταν ένας τόπος που περίμενε εφόδια από το κέντρο· ήταν προμηθευτής. Τροφοδοτούσε.
Ο τρύγος ήταν ολόκληρη επιχείρηση. Τα σταφύλια κατέβαιναν από τις πεζούλες σε καλάθια, φορτωμένα σε μουλάρια που περνούσαν από τα στενά μονοπάτια ανάμεσα στους ξερολιθικούς τοίχους. Στους ληνούς πατούσαν ομάδες — άντρες, γυναίκες, παιδιά — και ο μούστος έτρεχε από την πέτρινη αυλάκωση για να γεμίσει τα βαρέλια. Ήταν δουλειά που κρατούσε μέρες και συγκέντρωνε ολόκληρα χωριά· η μνήμη της επιβιώνει ακόμα σε τραγούδια και σε τοπωνύμια που μιλούν για το κρασί.

Το κρασί της ήταν δυνατό και ρουστίκ, με την οξύτητα που χαρίζει ο βοριάς και το άρωμα του ξερού χώματος. Και κρατούσε — άντεχε στα βαρέλια, άντεχε στο ταξίδι.
Μετά την Επανάσταση, όταν το νησί μεταμορφώθηκε σε μεγάλο τόπο προσκυνήματος χάρη στην Παναγία, το κρασί βρήκε καινούργιο δρόμο για να φύγει: στα χέρια των προσκυνητών. Έπαιρναν μαζί τους ένα ασκί, ευλογημένο. Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, οι Πετούλες έδιναν ακόμα χιλιάδες οκάδες μούστο.
Η μεγάλη σιωπή
Και μετά, σχεδόν απότομα, τίποτα.
Ο 20ός αιώνας ήταν σκληρός με τους δύσκολους αμπελώνες όλης της Μεσογείου, και η Τήνος δεν γλίτωσε. Η καλλιέργεια στις πεζούλες δεν μηχανοποιείται· θέλει χέρια, και τα χέρια έφευγαν. Η μετανάστευση, ο τουρισμός, η οικονομία της κλίμακας — όλα δούλεψαν εναντίον του κλήματος.
Οι πεζούλες έμειναν, γιατί η πέτρα αντέχει περισσότερο από τη μνήμη. Τα κλήματα χάθηκαν.
Για δεκαετίες, εκεί που ήταν αμπέλι φύτρωνε θυμάρι. Το κρασί που έμεινε ήταν σπιτικό, για το τραπέζι της οικογένειας και για τον ξένο που θα περνούσε — καλό, αλλά αόρατο έξω από το νησί.
Η επιστροφή
Η ανατροπή ήρθε τα τελευταία περίπου είκοσι χρόνια, και ήρθε από ανθρώπους που κοίταξαν τη φτώχεια αυτού του εδάφους και είδαν πλεονέκτημα.
Το τερουάρ της Τήνου είναι ασυνήθιστο για τις Κυκλάδες: γρανιτικά και σχιστολιθικά εδάφη, με τους περίφημους βώλακες — τεράστιους στρογγυλούς γρανιτένιους όγκους — να στέκονται μέσα στα αμπέλια σαν φυσικά μνημεία. Το χώμα είναι φτωχό. Αναγκάζει τη ρίζα να κατέβει βαθιά για να βρει νερό, και αυτό ακριβώς δίνει συγκέντρωση και ένταση στο σταφύλι.
Το μικροκλίμα κάνει τα υπόλοιπα. Οι δυνατοί βοριάδες στεγνώνουν τα σταφύλια και κρατούν το αμπέλι υγιές χωρίς πολλές επεμβάσεις. Η θαλασσινή αύρα μπαίνει βαθιά μέσα στις κοιλάδες και δίνει αλμυρότητα.
Οι νέοι αμπελώνες δεν φυτεύτηκαν σε βολικά επίπεδα οικόπεδα. Φυτεύτηκαν ξανά πάνω στις παλιές πεζούλες — στις Πετούλες, στον Φαλατάδο, στη Βωλάξ, στη Στενή. Στα ίδια ακριβώς σκαλοπάτια που έχτισαν πρόγονοι πριν από αιώνες.
Και μαζί επέστρεψαν ποικιλίες που οι παλιοί είχαν σχεδόν ξεχάσει: το Άσπρο και το Μαύρο Ποταμίσι, το Κουμαριανό, το Ροζακί, η Κουντούρα. Δίπλα τους το Ασύρτικο, που βρήκε στην Τήνο μια δεύτερη πατρίδα, και το Μαυροτράγανο, που ωριμάζει αργά πάνω στην πέτρα.
Η σημερινή οινική σκηνή του νησιού
Μικρή σε μέγεθος, αναγνωρισμένη διεθνώς — και όλη πάνω σε πεζούλες.
Η ίδια ρίζα
Υπάρχει μια συμμετρία σε όλο αυτό που αξίζει να ειπωθεί.
Το νησί που κάποτε γέμιζε καΐκια με μούστο για να θρέψει άλλες περιοχές της Ελλάδας, σήμερα βάζει το κρασί του σε φιάλες που ταξιδεύουν στα καλύτερα εστιατόρια του κόσμου. Άλλαξε η κλίμακα, άλλαξε το δοχείο, άλλαξε ο προορισμός.
Δεν άλλαξαν όμως τα τρία πράγματα που κάνουν το κρασί της Τήνου αυτό που είναι: η ίδια ρίζα, η ίδια πέτρα, ο ίδιος αέρας — αυτά που είχαν τα αμπέλια της από τους αρχαίους χρόνους.
Οι ληνοί στις Πετούλες θα μείνουν πιθανότατα εκεί που είναι, σιωπηλοί κάτω από τις φραγκοσυκιές. Αλλά η δουλειά που γινόταν μέσα τους δεν σταμάτησε. Απλώς μετακόμισε λίγο πιο πάνω, στην επόμενη πεζούλα.
Η αρχική ανάρτηση
Η ανάρτηση της σελίδας «Ομφαλός της γης» στο Facebook, σε κείμενο της Άννας Δανάλη.
Το ρεπορτάζ βασίζεται στην παραπάνω ανάρτηση της σελίδας «Ομφαλός της γης», σε κείμενο της Άννας Δανάλη, η οποία σημειώνει ότι το υλικό της προέρχεται από πληροφορίες συγκεντρωμένες από το διαδίκτυο. Ευχαριστούμε τη σελίδα και τη συντάκτρια. Συμπληρωματικά στοιχεία για το σύγχρονο τερουάρ, τις ποικιλίες και τα οινοποιεία: travel.gr, The Aficionados, T-Oinos, Volacus Wine. Η εικόνα του άρθρου είναι καλλιτεχνική/ψηφιακή αναπαράσταση από την αρχική ανάρτηση.

