Αν ανέβεις ένα βράδυ του Ιουλίου ψηλά στο Κεχροβούνι, στην Αγία Πελαγία, και καθίσεις σε μια ξερολιθιά που την έχτισαν χέρια των οποίων δεν έμαθες ποτέ τα ονόματα, θα δεις κάτι που δεν φαίνεται από κάτω. Θα δεις φώτα. Φώτα στη θάλασσα προς τη Σύρο, φώτα στα εργοτάξια, φώτα στα καινούργια σπίτια που ξεφύτρωσαν φέτος, φώτα από τα αυτοκίνητα που ανηφορίζουν, ένα ένα, για τα Πάνω Μέρη. Και θα σου φανεί —για ένα δευτερόλεπτο, πριν σε πάρει το μελτέμι και το ξεχάσεις— πως το νησί είναι ένα φωτισμένο δαχτυλίδι. Πως η Τήνος είναι περικυκλωμένη.
Η λέξη είναι βαριά — μυρίζει πολιορκία, το ξέρουμε. Την κρατάμε γιατί καμία άλλη δεν λέει το ίδιο πράγμα: δεν εννοούμε μία απειλή, εννοούμε πολλές — ασύνδετες μεταξύ τους, που φτάνουν όλες μαζί. Από την άνοιξη που ξαναπιάσαμε το νήμα, ύστερα από καιρό σιωπής, μαζεύονταν μπροστά μας τα κομμάτια ένα ένα. Ώσπου ένα βράδυ κάθισαν στη θέση τους και σχημάτισαν εικόνα. Και η εικόνα είναι κύκλος.
Από τη θάλασσα
Ας ξεκινήσουμε από κει που ξεκινούν όλα στα νησιά: τη θάλασσα.
Τον περασμένο Μάιο, πέντε αλιευτικά με τουρκική σημαία εντοπίστηκαν να πλέουν με ταχύτητα αλιείας ανοιχτά της Τήνου, αφού είχαν περάσει νωρίτερα κοντά στη Σύρο. Δεν ήταν η πρώτη φορά· ούτε η τελευταία. Τον Ιούλιο, οι εικόνες με τις ανεμότρατες στις Κυκλάδες ξαναήρθαν στην επιφάνεια, και το ζήτημα έφτασε ως τη Βουλή και ως τις Βρυξέλλες, με τον υπουργό Ναυτιλίας να ζητά παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την παράνομη αλιεία.
Ο ψαράς της Τήνου δεν διαβάζει ανακοινώσεις. Βλέπει το δίχτυ του. Και το δίχτυ του, χρόνο με τον χρόνο, γίνεται πιο ελαφρύ.

Από τη στεριά
Γύρνα το βλέμμα προς τα μέσα και ο κύκλος συνεχίζεται — μόνο που εδώ δεν έχει σημαίες.
Έχει βίλες σε πλαγιές που μέχρι πρόπερσι είχαν μόνο θυμάρι. Έχει μεγάλες αλυσίδες που κατεβαίνουν στη Χώρα με βιτρίνες που θα μπορούσαν να είναι σε οποιοδήποτε προάστιο οποιασδήποτε πόλης. Έχει, παντού, τον δημόσιο χώρο να στενεύει — λίγα εκατοστά κάθε χρόνο, από δεκάδες διαφορετικές αιτίες, ώσπου το πεζοδρόμιο, η πλατεία και το σοκάκι να μη χωρούν πια αυτούς για τους οποίους φτιάχτηκαν. Έχει εκσκαφείς σε πλαγιές μεσοκαλόκαιρα, με τις πέτρες να κατρακυλούν προς τον δρόμο και τα ερωτήματα για τις άδειες να μένουν αναπάντητα.
Κανένα από αυτά, μόνο του, δεν είναι σκάνδαλο. Ένα μαγαζί είναι ένα μαγαζί. Μια οικοδομή είναι μια οικοδομή. Μια επένδυση φέρνει δουλειές, και οι δουλειές κρατούν τα παιδιά στο νησί — αυτό δεν το ξεχνάμε ποτέ. Το ζήτημα δεν είναι η κάθε πέτρα· είναι ο ρυθμός. Είναι ότι το νησί αλλάζει πιο γρήγορα απ’ όσο προλαβαίνει να αποφασίσει τι θέλει να γίνει.
Το περιτύλιγμα
Και ύστερα υπάρχει και η πιο κομψή μορφή της πίεσης: εκείνη που δεν έρχεται ποτέ γυμνή. Έρχεται τυλιγμένη σε καλό σκοπό.
Είναι ένας τρόπος που τον έχουμε συνηθίσει τόσο, που δεν τον προσέχουμε πια: κάθε φορά που κάτι θέλει να περάσει, βρίσκει μια καλή αιτία να σταθεί από πάνω του. Και τότε η κουβέντα τελειώνει πριν καν αρχίσει — γιατί ποιος θα φέρει αντίρρηση στην καλή αιτία;
Αυτό ακριβώς είναι το ζητούμενο. Η προσφορά γίνεται άδεια — και μάλιστα άδεια που δεν την υπογράφει καμία υπηρεσία· την υπογράφει η ντροπή μας να μιλήσουμε.
Δεν αμφισβητούμε τις προθέσεις κανενός· οι περισσότερες είναι καθαρές. Λέμε μόνο δύο πράγματα. Πρώτον, ότι όταν ένας τόπος στηρίζεται στην καλή διάθεση για να καλύψει αυτά που του χρωστάει το κράτος, το πρόβλημα δεν λύνεται — απλώς αλλάζει όνομα. Και δεύτερον, το πιο απλό απ’ όλα: ένας τόπος που προστατεύεται, προστατεύεται. Δεν προστατεύεται «κατά ποσοστό».
Από μέσα
Κι έπειτα είναι η τρίτη πλευρά του κύκλου — η πιο κουραστική, αλλά και η πιο τίμια, γιατί εδώ δεν φταίει κανένας «άλλος». Είναι η πλευρά που την κληρονομούμε. Περνάει από χέρι σε χέρι, από δεκαετία σε δεκαετία, και κανένα χέρι δεν πρόλαβε ποτέ να την παραδώσει καλύτερη απ’ ό,τι την πήρε.
Πάρτε τον βιολογικό. Το λάθος δεν έγινε στη συντήρηση· έγινε στον χάρτη. Κάποιος, κάποτε, χάραξε ένα σημείο βόρεια και ψηλά, μια ανάσα από την πόλη — και ο βοριάς, που δεν διαβάζει μελέτες, κάνει από τότε ευσυνείδητα τη δουλειά του. Είναι το είδος του σφάλματος που δεν διορθώνεται ούτε με χρήματα ούτε με καλή θέληση, γιατί δεν κρύβεται στα μηχανήματα· κρύβεται στη γεωγραφία. Και τα σφάλματα της γεωγραφίας τα πληρώνουν πάντα εκείνοι που θα ζήσουν από κάτω τους — δηλαδή όλοι μας, κάθε φορά που γυρίζει ο αέρας.
Λίγο πιο πέρα, το φράγμα της Λιβάδας στέκεται όπως το αφήσαμε: ένα σκυρόδεμα που περιμένει το νερό το οποίο δεν του δώσαμε ποτέ. Δεν το εγκατέλειψε ένα όνομα· το εγκατέλειψε ο χρόνος, που στα νησιά κυλάει παράξενα — αργά για τα έργα, γρήγορα για όλα τα άλλα. Γι’ αυτό και δεν έχει κανένα νόημα ο κατάλογος των ενόχων. Έχει νόημα μόνο μία ερώτηση: ποιος το ξαναπιάνει;
Το λιμάνι περιμένει τη σειρά του από τότε που θυμόμαστε. Τα έργα ξεκινούν και βαλτώνουν, κι όταν κάποτε τελειώσουν έχουν ήδη προλάβει να παλιώσουν. Και δίπλα τους τα μικρότερα, εκείνα που τα βλέπεις κάθε μέρα και τα συνηθίζεις: χιλιόμετρα στηθαία στους δρόμους μας — και ακάλυπτα, συχνά, ακριβώς τα σημεία που φοβόμαστε. Είκοσι τόνοι τηνιακή πατάτα να μένουν στο χωράφι, σ’ ένα νησί που το καλοκαίρι σερβίρει χιλιάδες μερίδες την ημέρα. Τίποτα δραματικό. Απλώς κρίμα.
Και υπάρχουν, τέλος, οι στιγμές που σε κάνουν να χαμογελάς πικρά. Κάθε τόσο, κάπου στην Ελλάδα —και στα νησιά ιδιαίτερα— ένα κονδύλι βρίσκει μόνο του τον δρόμο του προς κάτι που, όταν το δεις επιτόπου, σε κάνει να αναρωτηθείς ποιος θα το χρησιμοποιήσει και πότε. Δεν κατηγορούμε κανέναν· τα κονδύλια έχουν τους δικούς τους κανόνες και τις δικές τους προθεσμίες, και πολύ συχνά η επιλογή δεν γίνεται καν εδώ. Το σημειώνουμε μόνο γιατί δείχνει, καλύτερα από κάθε παράδειγμα, το ζητούμενο όλου αυτού του κειμένου: όταν λείπει το σχέδιο για το σύνολο, τα χρήματα δεν πάνε εκεί που τα χρειάζεσαι· πάνε εκεί που χωρούν.
Η λέξη που λείπει
Υπάρχει μια λέξη που τη λέμε όλοι σε πανηγυρικούς και δεν την εννοεί σχεδόν κανείς: αειφορία. Στα ελληνικά τα απλά: να παίρνεις από τον τόπο όσα αντέχει να σου δώσει, ώστε να μπορεί να δώσει και του χρόνου. Και μεθαύριο. Και στα εγγόνια.
Η Τήνος έζησε αιώνες έτσι, χωρίς να το λέει. Οι ξερολιθιές, οι περιστεριώνες, τα πεζούλια, οι στέρνες — όλα αυτά δεν είναι γραφικότητα για τις φωτογραφίες· είναι τεχνολογία επιβίωσης. Είναι άνθρωποι που ήξεραν ότι δεν έχουν πού αλλού να πάνε, άρα δεν έχουν και το δικαίωμα να τα ρημάξουν.
Σήμερα η λογική αντιστράφηκε. Παίρνεις όσα προλάβεις, γιατί κάποιος άλλος θα προλάβει πριν από σένα.

Το άλλο μισό της εικόνας
Και όμως. Θα ήταν ανέντιμο να τελειώσουμε εδώ, γιατί οι ίδιοι μήνες μάς έδωσαν και το αντίθετό τους.
Μας έδωσε χωριά που πήραν μόνα τους τα εργαλεία και καθάρισαν τον δρόμο και το μονοπάτι τους, εκεί που δεν έφτασε κανείς. Μας έδωσε δεκάδες αυλές που έβγαλαν ένα δοχείο νερό για τα ζώα, επειδή το ζήτησε ένα άρθρο. Μας έδωσε ανθρώπους που έτρεξαν για μια γάτα μέσα στα μπάζα του λιμανιού. Μας έδωσε συλλόγους και παρέες που κρατούν όρθια πανηγύρια, εκκλησάκια και μονοπάτια — χωρίς να ζητήσουν τίποτα, χωρίς να το πουν σε κανέναν.
Αυτό είναι το παράδοξο της Τήνου: ό,τι της λείπει από θεσμούς, της περισσεύει από ανθρώπους.
Τι σημαίνει «περικυκλωμένη»
Δεν σημαίνει ότι κάποιος μας πολεμά. Δεν υπάρχει στρατός απ’ έξω και άμυνα από μέσα. Σημαίνει κάτι πιο ήσυχο και πιο επικίνδυνο: ότι το νησί δέχεται πιέσεις από πολλές κατευθύνσεις ταυτόχρονα, και ότι καμία από αυτές δεν συνεννοείται με τις άλλες.
Ο ένας χτίζει, ο άλλος ψαρεύει, ο τρίτος μελετά, ο τέταρτος περιμένει υπογραφή. Κανείς δεν κοιτάζει το σύνολο. Και το σύνολο είναι ένα νησί 194 τετραγωνικών χιλιομέτρων που το καλοκαίρι πολλαπλασιάζεται και τον χειμώνα μένει με λίγους ανθρώπους και πολύ αέρα.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι «ποιος φταίει». Είναι πιο απλό και πιο δύσκολο:
Τι Τήνο θέλουμε σε δέκα χρόνια — και ποιος κάθεται να το σχεδιάσει;
Γιατί ο κύκλος δεν σπάει με καταγγελίες. Σπάει με σχέδιο. Με το να ξέρουμε πόσο νερό έχουμε πριν δώσουμε την επόμενη άδεια. Με το να ξέρουμε πόσα κρεβάτια αντέχει το λιμάνι πριν φτιάξουμε τα επόμενα. Με το να βάζουμε το στηθαίο εκεί που γκρεμίζεται ο δρόμος, κι όχι εκεί που είναι πιο εύκολο να το βάλεις.
Υστερόγραφο, καλοκαιρινό
Θα μας πουν: «καλοκαίρι είναι, αφήστε τα τώρα». Έχουν και δίκιο. Το νησί δουλεύει, οι επισκέπτες έρχονται, οι ταβέρνες είναι γεμάτες, το φως είναι απίστευτο και η θάλασσα κάνει αυτό που ξέρει.
Αλλά τα καλοκαίρια είναι ακριβώς η στιγμή που φαίνονται τα πάντα. Τον Ιανουάριο δεν λείπει το νερό. Τον Ιανουάριο δεν κολλάει ο δρόμος στη Χώρα ούτε ψάχνεις μισή ώρα για να παρκάρεις. Τον Ιανουάριο κανείς δεν κοιτάζει αν το στηθαίο είναι στη σωστή στροφή.
Οπότε ναι — καλοκαίρι είναι. Γι’ αυτό ακριβώς το γράφουμε τώρα.
Η Τήνος δεν κινδυνεύει να χαθεί. Κινδυνεύει να γίνει κάτι άλλο χωρίς να το έχει αποφασίσει. Και αυτό, για ένα νησί που επί αιώνες αποφάσιζε μόνο του, θα ήταν το πιο θλιβερό.
Πείτε μας κι εσείς
Ποια είναι η δική σας πλευρά του κύκλου; Τι είναι αυτό που βλέπετε να αλλάζει στη γειτονιά, στο χωριό, στη θάλασσά σας — και τι θα θέλατε να μείνει ίδιο; Αφήστε ένα σχόλιο κάτω από την ανάρτηση αυτού του άρθρου στο Facebook — ή, αν προτιμάτε να μη γράψετε δημόσια, στείλτε μας στο tinoslivetv@yahoo.com. Τα διαβάζουμε όλα, και όσα αξίζουν θα τα δημοσιεύσουμε σε επόμενο κείμενο — χωρίς όνομα, αν έτσι το θέλετε.
Όσα γράψαμε αυτούς τους μήνες — και έγιναν αυτό το κείμενο
▸ Ο δημόσιος χώρος δεν είναι τσιφλίκι
▸ Η Τήνος αλλάζει εικόνα: νέο μεγάλο πολυκατάστημα στη Χώρα
▸ Στηθαία στην Τήνο: χιλιόμετρα μπάρες, ακάλυπτα τα επικίνδυνα σημεία
▸ «Διψάοοοοοο!» — τα κατσίκια στις πισίνες δεν είναι viral & η απάντηση του νησιού
▸ 20 τόνοι τηνιακή πατάτα μένουν στο χωράφι
▸ Σκαλάδος: εκεί που δεν φτάνει το κράτος, φτάνει ο εθελοντισμός
Τίποτε από τα παραπάνω δεν είναι κατηγορητήριο. Είναι μια άποψη — δηλαδή ένα βλέμμα από ένα συγκεκριμένο σημείο, μια συγκεκριμένη ώρα. Από αλλού και άλλη ώρα, η ίδια Τήνος μπορεί να φαίνεται τελείως διαφορετική, κι ίσως εκείνη η εικόνα να είναι η σωστότερη.
Το γράψαμε γιατί αγαπάμε αυτό το νησί όσο κι εκείνοι που θα διαφωνήσουν μαζί μας. Και επειδή, στο κάτω κάτω, ο σιγουρότερος τρόπος να μη διορθωθεί ποτέ κάτι είναι να μην το πει κανείς δυνατά.
Η στήλη «Οφιούσα» καταγράφει όσα βλέπουμε στο νησί και τα βάζει δίπλα δίπλα. Κάθε πλευρά έχει τη θέση της εδώ: ό,τι μας σταλεί, δημοσιεύεται.

